www.vvizog.com

Reportages and thoughts to share !

Η ΓΟΥΝΑ 1

Χτένισε τα μαλλιά της και βάφτηκε με προσοχή για το ραντεβού της με το κατάστημα. Φορούσε κόκκινο της φωτιάς ταγιέρ, κόκκινες γόβες και κόκκινο κραγιόν.

Έβγαλε από την ντουλάπα το γούνινο παλτό, που όμως, δεν ηταν για να το φορέσει. Το ακούμπησε πάνω στην πολυθρόνα, έτσι όπως ηταν τυλιγμένο μέσα σε ένα λευκό σεντόνι, σαν να ήταν σάβανο. Άνοιξε το σεντόνι σαν πουκάμισο και με την παλάμη ανοιχτή, χάϊδεψε  ηδονικά το τρίχωμα.

Σταμάτησε απότομα και δίπλωσε το σεντόνι ξανά. Έβαλε τη γούνα σε μια νάϊλον σακούλα σκουπιδιών και βγήκε έξω.

Κάθε παντρεμένη, στη δεκαετία του 1980, όφειλε να φοράει γούνα! Κατάλοιπο ευσεβούς πόθου από τη δεκαετία του 1970, όταν τη φορούσαν μόνο οι αριστοκράτες και οι ντίβες του σινεμά, στην δεκαετία του εκδημοκρατισμού των προνομίων, μια γούνα ήταν απαραίτητη για τις εξόδους των γυναικών αυτών σε πολιτικές χοροεσπερίδες, σε τσάγια πράσινων και γαλάζιων ενώσεων γυναικών και σε   ταβερνες με το «γραφείο» του άντρα τους.

Για κάποιες από αυτές, ήταν κάτι παραπάνω από status. Ήταν η έμπρακτη τιμωρία του συζύγου, που πλήρωνε για την ανούσια ζωή τους. Όσο πιο ακριβή ήταν η γούνα, τόσο μεγαλύτερη η αποζημίωση..

Όμως, οι δεκαετίες πέρασαν και οι νοοτροπίες άλλαξαν, και πια οι φυσικές γούνες ήταν ντροπή να φοριούνται  δημοσίως. Έμεναν τότε, μέσα στις ντουλάπες, πεθαίνοντας στα σάβανά τους-σεντόνια, γιατί, όπως έλεγαν οι γνώστες της γουνεμπορίας, «αν οι γούνες δεν φοριούνται,  η τρίχα τους μαραζώνει».

Η ΓΟΥΝΑ 2

Αυτό το νεκροζώντανο μόρφωμα, που απαιτητικά ζητούσε να ζήσει κι άλλο, ήταν που έκανε την Αννα να ανοίξει, εκείνη την ημέρα, πανικόβλητη την ντουλάπα και να πάρει τους δρόμους  για να πουλήσει τη γούνα της.

Η περασμένη ζωή της, ήταν  τώρα διπλά ανούσια. Το αχρησιμοποίητο παλτό, που αργοπέθαινε αφόρετο, της θύμιζε τόσα πολλά που θα ήθελε να είχε κάνει, αλλά σκλαβώθηκε στη ζωή που έζησε. Μια ζωή που τώρα της ήταν άχρηστη, αφού αυτό που είχε περάσει δεν της έδινε καμιά αξία.  Δεν της αρκούσε να χαρίσει τη γούνα, έπρεπε να την πουλήσει.

Βαριά, πολύ πιο βαριά, από ό,τι τη θυμόταν, ήταν τώρα η γούνα της μέσα στα χέρια της, καθώς την  περιέφερε στους δρόμους της Μητρόπολης, στα γουναράδικα, και στα καλντεριμια που βγάζαν στο Αρχοντικό των Μπενιζέλων.

Ο  πωλητής του καταστήματος, δεκαετίες μικρότερός της, την γοήτευσε εύκολα και την έβαλε να τη φορέσει. Η Άννα στριφογύρισε σαν την Χιονάτη του λούνα παρκ και από τις στροφές της, όνειρα ξεπήδησαν και μεσα  στο μακρύ της παλτό, έλαμψε ολόκληρη.

Γύρισε αρκετές στροφές, αλλά ο πωλητής τελικά,δεν πείστηκε. Κίνησε το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά και ζωγράφισε την άρνησή του  φαρδιά -πλατιά.

Η Άννα νοίκιασε τελικά τη γούνα σε ένα κινηματογραφικό συνεργείο. Η πρωταγωνίστρια που την φόρεσε, ήταν κοτσωνάτη, αλλά δεν τη βοηθούσε το ύψος της. Η γούνα της έπεφτε βαριά πάνω στους λεπτεπίλεπτους ώμους της και της ήταν μακριά  όσο κι αν τα τακούνια που φορούσε τής έδιναν ύψος. Μπήκε όμως στο πετσί του ρόλου της- μεταφορικά και κυριολεκτικά. Υποδυόταν μια επιτυχημένη επιχειρηματία που ψώνιζε  στην Ερμού, κάποιο Σάββατο  του 1990. Η ταινία καυτηρίαζε την καταναλωτικότητα εκείνης της δεκαετίας. 

Η γούνα ζωντάνεψε πάνω στο νέο δέρμα και κάτω από τα φώτα του γυρίσματος γυάλιζε  τόσο, που η Άννα, η οποία την πήγε αυτοπροσώπως στο γύρισμα, σκέφτηκε να τη χαρίσει στην πρωταγωνίστρια. Εκείνη δεν θα μπορούσε ποτέ να αγοράσει ένα τέτοιο ρούχο.

Η ΓΟΥΝΑ3

Στο τέλος της σκηνής, η Άννα την πλησίασε για να της τη δωσει, όμως εκείνη απαντούσε συνεχώς σε τηλέφωνα και δεν της έδινε σημασία. Κάποια στιγμή, καθώς δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν ακόμα μία κουβέντα, της είπε να περιμένει λίγο κι έβγαλε τη γούνα βιαστικά και της την έδωσε, έτσι, ανακατεμένη όπως ήταν,, με τα μανίκια μέσα -έξω. Της γύρισε ακόμα την πλάτη και χαχανίζοντας και  μιλώντας στο τηλέφωνο  για κάτι αδιάφορο  απομακρύνθηκε από κοντα της.

Η Άννα συνέφερε την γούνα κάπως και την κρέμασε στα χέρια της. Όταν όμως αρχισε να την χαϊδεύει και πάλι, αντιλήφθηκε ότι το τρίχωμά της είχε καψαλιστεί.

Έφερε στον νού, την ώρα του διαλείμματος,  η πρωταγωνίστρια καπνίζοντας το  ένα τσιγάρο μετά το άλλο, ηθελημένα ή κατα λάθος,  έριξε τη στάχτη της  μέσα στη σακουλα της γούνας.

Η Αννα το ξανασκέφτηκε. Η γούνα της δεν θα περνούσε καλά μαζί με την πρωταγωνίστρια. Ίσως τελικά, η άλλη  να ζήλευε αυτό που εκείνη διακαώς ήθελε να ξεφορτωθεί. Τα χρόνια της που πέρασαν, ήταν της άλλης γυναίκας τα δικά της ονειρεμένα χρόνια. Δεν μπορούσε  να  της χαρίσει το παρελθόν της, χωρίς και πάλι να χάσει.

Αποχώρησε για το σπίτι, με τη γούνα της περήφανα τοποθετημένη  πάνω στους ώμους.

ΤΟ ΛΑΣΤΙΧΟ

Έπλενε τ’ αμάξι. Για την ακρίβεια, το ξεσκόνιζε! Με το λάστιχο ποτίσματος έριχνε νερό στο αμάξωμα,  να φύγουν οι σκόνες.

Στο διπλανό οικόπεδο, εκείνη, την ίδια ώρα, έριχναν τα θεμέλια για το σπίτι. Βρίσκονταν εκεί: δύο φορτηγά, ένας εκσκαφέας και δέκα σκονισμένοι άντρες! Ένα φορτηγό έμπαινε  κι ένα έβγαινε. Στο ενδιάμεσο, ο εκσκαφέας σκάλιζε τη γη λίγα μέτρα  πιο βαθιά. Οι άντρες ρύθμιζαν την κίνηση, βοηθούσαν λίγο με τα φτυάρια στα χώματα και βάζαν τις φωνές: «έλα», «στοπ» « προχώρα» «στρίβε ντε!».

Κοινώς, γινόταν...της σκόνης! Η μπουμπού όμως, αφοσιωμένη στο έργο της! Μπουμπούκα την έλεγαν από μικρή! Οι θείοι, ο πατέρας της, όταν την έπαιζαν στα γόνατα. Κορίτσι- παιχνίδι!

Ξεσκόνιζε λοιπόν, το αμάξι της με το λάστιχο! Ούτε χώματα έβλεπε, ούτε φωνές άκουγε. Για το δύσκολο αυτό έργο καθαριότητας, φορούσε: μίνι φόρεμα, πέδιλα πλατφόρμες, και  τσιμπιδάκι στα μαλλιά. Τα είχε  πιασμένα πίσω όπως τα έκανε μαθήτρια.

Τα κιλάκια της τα είχε. Όπως και τα χρονάκια της.

Ισορρόπησε προσεκτικά πάνω στις πλατφόρμες της -το έδαφος ήταν ακατάληλλο- και έριξε μια κρυφή ματιά, λοξά στο εργοτάξιο, που βρισκόταν σε οργασμό εργασίας.

Τα χειλάκια και τα ματάκια της σφίχτηκαν μέσα στην παιδική ενατένισή της του κόσμου. Ποιος θα τελείωνε πρώτος, αυτό δεν ηταν ξεκάθαρο ακόμα. Θα τελείωνε; ή θα ξεσκόνιζε μέχρι να τελειώσουν οι άλλοι; Όμως, αν τελείωνε εκείνη πρώτη και έμπαινε στο σπίτι, όταν θα ξανάβγαινε, το αμάξι  θα ήταν σκονισμένο, ισως σε  χειρότερη κατάσταση από εκείνη που ήταν όταν το έπιασε. Αν πάλι έμενε εκεί, μέχρι να τελειώσουν οι άλλοι πρώτα, πόση σπατάλη νερού....

Δεν την ένοιαζε όμως καθόλου! Μα καθόλου δεν την ένοιαζε ποιος θα τελείωνε πρώτος. Η χουφτα της χαλάρωσε το λάστιχο. Δεν υπήρχε άλλος σκοπός σε αυτό, παρά μόνο, η όρεξή της για πότισμα.

AΓΑΠΗ, ΕΥΓΕΝΕΙΑ,ΜΟΥΣΙΚΗ: ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ

Της είχε μιλήσει και είχε αφησει να εννοηθεί ότι...Πήγε να τον ακούσει. Έπαιζε κιθάρα σε ένα υπόγειο στο Κολωνάκι. Στραμμένος προς  την αγαπημένη του, ξεκίνησε το επόμενο τραγούδι. Κάτι δικό τους, μια ιδιωτική καντάδα μέσα στον κόσμο. Μάταια προσπάθησε να αποσπάσει ένα βλέμα του. "Ποια είναι;" ρώτησε. "Η σύντροφός του", απάντησαν. 

Ο ψάλτης άφησε το ψαλτήρι στην μέση της λειτουργίας και πήγε  στην έξοδο. Πήρε ένα σκαμπώ και το πήγε στη γυναίκα του. Είχαν πρόσφατα αποκτήσει εγγόνι και το χε μαζί. Για να μην  πονέσουν τα πόδια της, να μην την κουράσει  το παιδι... Έπειτα, επέστρεψε  στο αναλόγιο και συνέχισε να ψέλνει.

Σώπαινε εκκωφαντικά στο τηλέφωνο. Εκείνη του έλεγε για τις λεπτομέρειες της συνεργασίας τους, κάποια μουσική επένδυση σε ταινία. Εκείνος άκουγε προσεκτικά τη φωνή της, τις λέξεις που αντανακλούσαν τη σκέψη της. Aκουγε επισταμένα για να την καταλάβει. Ήταν,βλέπεις, μουσικός.  

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΧΟΡΟΥ (ΣΥΝΕΧΕΙΑ)

Χάρηκαν και οι δύο πολύ με την κουβέντα και η δουλειά έγινε. Πλήρωσε για τα παπούτσια της και έφυγε. Δεν ξαναπέρασε ποτέ από εκεί, σαν να ντρεπόταν για τα παθητικά της ψέμματα. Οι προτάσεις του τσαγκάρη για να βγούνε έμειναν ανεκπλήρωτες και η ιδέα της πολλά υποσχόμενης χορεύτριας που έκανε χορό για μεροκάματο παρέμεινε να πλανιέται στο μαγαζί του για μήνες.

Πέντε χρόνια αργότερα, η γυναίκα γιάτρεψε το πρόβλημά της και τα παπούτσια τώρα θέλαν μάζεμα, έστω κι αν πια δεν συνέχιζε τα μαθήματα χορού. Καλοί τσαγκάρηδες όμως δεν υπήρχαν πια στη γειτονιά, οι περισσότεροι έκαναν και άλλες δουλειές, έβγαζαν κλειδιά κάναν υδραυλικές εργασίες, δεν είχαν ούτε την υπομονή ούτε το μεράκι να ασχοληθούν με ένα ζευγάρι παλιά παπούτσια. Συνήθως της τα επέστρεφαν με ένα απλό «δεν αξίζει να τα φτιάξετε, αγοράζετε ένα καινούριο ζευγάρι με παρόμοια λεφτά». Όμως τα παπούτσια του χορού τα ήθελε, γιατί μπορούσε να τα φορέσει ακόμα, αν γίνονταν βεβαίως οι απαραίτητες τροποποιήσεις.

Ο μόνος  που θα είχε τη διάθεση να τα επαναφέρει στο αρχικό τους μέγεθος ήταν εκείνος που τα είχε προσαρμόσει στο άλλο σχέδιο. Έτσι ξαναβρέθηκε στο κατώφλι του τσαγκάρη. Μπήκε δειλά στο μαγαζί του, αλλά θαρρετά του δήλωσε ότι είχε έρθει για να φτιάξει τα παπούτσια της του χορού, που τα χε εκείνος τροποποιήσει την προηγούμενη φορά για να τη διευκολύνει, και του έλεγε λεπτομέρειες για τότε, σαν να προσπαθούσε με τα λόγια της να μειώσει την τόσο μεγάλη χρονική απόσταση που είχε γεμίσει η απουσία της.

Ευτυχώς ο τσαγκάρης, όλα εκείνα τα χρόνια είχε πολλή δουλειά και δεν θυμόταν ακριβώς πότε είχε συμβεί αυτό, είχε συμβεί πριν κάμποσο αλλά πόσο; Πριν από έναν χρόνο; Πριν ενάμιση; Έτσι μονάχα χαμογέλασε και παραλαμβάνοντας τα παπούτσια, τη ρώτησε με το στόμα μισάνοιχτο: «Χορεύεις ακόμα;»

ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ ΧΟΡΟΥ

Εξαιτίας μιας ατέλειας στα πόδια, αγόρασε το μεγαλύτερο μέγεθος παπουτσιών που είχε το κατάστημα και πήγε στον συνοικιακό τσαγκάρη να τα προσαρμόσει στο μέγεθός της.

Δεν ήταν για οποιαδήποτε περίσταση εκείνα τα παπούτσια, αλλά για τη βραδιά χορού που οργάνωνε ο δάσκαλός της στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς. Μια βραδιά επίδειξης των ικανοτήτων και των γνώσεων των μαθητών του στον χορό, μπροστά σε κοινό.

«Τα θέλω για να χορέψω», του είπε την ώρα που εκείνος έσκυβε στα πόδια της για να ρυθμίσει τα λουριά, «θέλω να είναι σταθερά αλλά και άνετα γιατί με το χορό τα πόδια κουράζονται».

Ήταν αλλοδαπός ο τσαγκάρης και η γειτονιά είχε πολλές αλλοδαπές που είχαν ξενιτευτεί στα προάστια της Αθήνας για να βρουν δουλειά. Αλλά η γυναίκα εκείνη δεν ανήκε σε αυτές τις κατηγορίες. Ελληνίδα ήταν νοικοκυρά, που μάθαινε στον ελεύθερό της χρόνο χορό, και θα χόρευε με τις συμμαθήτριές της για ένα εντυπωσιακό βράδυ....

Το μυαλό του τσαγκάρη όμως είχε πάρει ήδη στροφές και δεν έλεγε να αλλάξει κατεύθυνση. «Να σου κάνω εγώ μασάζ, να δεις το πρόβλημά σου να φεύγει», της είπε αρχίζοντάς το ήδη.

Δώσαν ραντεβού δυο μέρες αργότερα για να ξαναμετρήσουν τα παπούτσια πάνω στα πόδια της. Είχε έναν καθρέφτη, ο τσαγκάρης, στον πλαϊνό του τοίχο, που έπιανε όλη την πλευρά του μαγαζιού, σαν να ταν αίθουσα χορού, κι έναν χοντροκομμένο στύλο από αλουμίνιο, απομεινάρι μιας σαραβαλιασμένης καρέκλας.

Κάθισαν αντίκρυ από τον καθρέφτη και ο τσαγκάρης πιάνοντας τα πόδια της ξανάρχισε το παραμύθι.

-Και χορεύεις πολλές ώρες;

-Όχι πολλές, δεν θέλω να κουράζομαι

Το δοτικό του χέρι έδινε ενδιαφέρον και κατανόηση στο αδύναμο σημείο της, κι εκείνη, ευγνώμων πια, παραδόθηκε στο παραμύθι του. Στο εξής θα απαντούσε στις ερωτήσεις του με μιαν ασάφεια προσαρμοσμένη στην ιδέα που είχε φτιάξει ο τσαγκάρης για εκείνη και ως το σημείο που δεν θα μπορούσε κανείς να την κατηγορήσει ότι του έλεγε ψέμματα.