www.vvizog.com

HΓΡΗΓΟΡΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΩΝ SOCIAL MEDIA4

 3. Οι αναγνώστες, οι οποίοι έχουν ξεσυνηθίσει την ανάγνωση, θέλουν πραγματικά τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, ή έχουν πειστεί ότι πρέπει να τα αγοράζουν; Γ.Ι. Οι αναγνώστες νομίζω πως αγοράζουν βιβλία, όπως ακριβώς αγοράζουνε και ρούχα. Επηρεάζονται πολύ από τον παράγοντα διαφήμιση, από τον παράγοντα αν κάποιο δημόσιο πρόσωπο το ανέβασε στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά ξεχνάνε τι πραγματικά έχουν ανάγκη. Ακόμα, δεν αφιερώνουν πολύ χρόνο στην αναζήτηση ενός βιβλίου, καθώς διαλέγουν κυρίως εκείνα της βιτρίνας. Α.Ζ.Ουσιαστικά, συνεχίζω την πρώτη ερώτηση. Το αν συνυπάρχουν στο πεδίο της λογοτεχνίας το διαδίκτυο, με την προγραμματική και επιγραμματική από την ίδια την κατασκευή του του λιτότητα, με τα πολυσέλιδα μυθιστορήματα, αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχουν ακόμα γίνει τα απαραίτητα σμιξίματα. Δεν έχουν απεξαρτηθεί, αναγνώστριες (και λιγότερο αναγνώστες), συγγραφείς και εκδότες από το παρωχημένο πρότυπο του ότι τα καλά μυθιστορήματα χρειάζονται παραγεμίσματα και άχρηστες μικρολεπτομέρειες για να περνάει ο χρόνος του μαυρίσματος στις παραλίες! Από το πρότυποτου ότι ο συγγραφέας εξακολουθεί να είναι χρεωμένος με τη γενικότερη απαίτηση ότι οφείλει να φτιάχνει μια σύνθεση από τους χιλιάδες μικρόκοσμους που, ωστόσο, κυκλοφορούν διαρκώς στο διαδίκτυο και είναι σχετικά εύκολο να βρεθούν από τον καθένα ικανό! Η αντίληψη του συγγραφέα-Britanica σιγά σιγά νομίζω πως θα συρρικνώνεται! Και τούτο διότι οι αναγνώστες (και βέβαια οι αναγνώστριες) είναι ολοένα και πιο έξυπνοι ή πιο ικανοί ή πιο ευφάνταστοι ή πιο καλλιεργημένοι από τους αναγνώστες του ΄50, του ΄60, του ΄70 κτλ., έτσι ώστε να μη χρειάζονται την "ελίτ" των δημιουργών. `Ηδη πολύ περισσότεροι από άλλοτε γίνονται συνάμα συνθέτες, ζωγράφοι, τραγουδιστές, ηθοποιοί, σχηματίζοντας ένα είδος homo polytechnicus. Το επόμενο βήμα είναι λοιπόν να φτιάχνουν εκείνοι τη σύνθεσή τους από τα ψεύδη και τις αλήθειες μιας ψηφιακής γειτονιάς (που βρίσκεται παντού), δημιουργώντας αφηγηματικά ή πολυεργαλειακά κείμενα. Τα περισσότερα βέβαια θα είναι θνησιγενή, όπως είναι σήμερα τα ποιητικά κείμενα ή οι πολιτικές και άλλες αναλύσεις του διαδικτύου. Αλλά συν τω χρόνω, είναι βέβαιο ότι θα υπάρξουν ευλύγιστα, νευρώδη, πυκνά, πολυπρισματικά, απρόβλεπτα και κυρίως μικρής έκτασης κείμενα, στα οποία θα συνοψίζονται ο συγγραφέας, ο αναγνώστης και ο κριτικός!

Η ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΩΝ SOCIAL MEDIA 3

 2. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά της νέας γραφής τους; Γ.Ι. Τα χαρακτηριστικά είναι πάρα πολύ διακριτά. Μιλούν συνεχώς για την αγάπη, για τον έρωτα, για το χωρισμό, για την απώλεια και επίσης τους καίει πολύ και η επικαιρότητα, έτσι ώστε να βρίσκονται στον αφρό των εξελίξεων. Ακόμα, όσο αποκτούν κοινό ή followers, η γραφή τους αποκτά κι έναν τόνο διδασκαλίας. Α.Ζ.Κάνετε πολύ κακώς να μην υπολογίζετε την ποίηση σ΄ αυτά τα διαδικτυακά συμφραζόμενα. Διότι ένα μεγάλο μέρος αυτής της δήθεν «αμεσοδημοκρατική» λογοτεχνικής παραγωγής το έχει σίγουρα η ποίηση. `Οχι βέβαια η ποίηση που μάς δημιουργεί την ανάγκη να την ξαναδούμε, αλλά η ποίηση που είναι σπαταλημένη, βιαστική, βέβαιη για τη σπουδαιότητά της, ενώ συνήθως δεν έχει αύριο κυνηγώντας τον διαδικτυακό χρόνο. Ποιήματα ή μικροπεζά, δεν υπάρχει νομίζω κάτι το νέο στην τωρινή γραφή τους. `Εχουν ξαναγίνει και ξαναγραφτεί αναρίθμητες φορές ανάλογα πράγματα. Οι συνθήκες είναι που αλλάζουν και που συντελούν να μας κάνουν να νομίζουμε ότι αλλάζουν και τα κείμενα. `Ομως και εδώ δοκιμάζεται η ικανότητα και η δημιουργική φαντασία του καθενός. Το πώς και τι θα πει ο καθένας, αλλά το βασικό στοιχείο είναι η συνοπτικότητα, δηλαδή ο αγώνας της γλώσσας να μιλήσει χωρίς να φλυαρεί, απορρίχνοντας εν τω γίγνεσθαι τα ψιμύθιά της. Ομολογώ ότι δεν είμαι και πολύ σίγουρος πως διαβάζω συχνά στα s.m. και εν γένει στο διαδίκτυο μικροκείμενα στα οποία σταματώ, αλλά αυτό (αν συμβαίνει) είναι κάτι που πρέπει να βάλει σε σκέψεις τους αυτοσχέδιους και εύφορους σε αριστουργήματα συγγραφείς. Και νομίζω ότι ένας από τους λόγους της αναξιότητάς των κειμένων είναι ακριβώς η βιασύνη. Το λαχανιασμένο αφήγημα ή το λαχανιασμένο ποίημα που γράφονται και εν τω άμα βγαίνουν στο μεϊντάνι των s.m., χωρίς να μείνουν και να σιτέψουν, μπορεί να έχουν μεν τη γοητεία του άμεσου αλλά έχουν και τα ελαττώματα της βιασύνης...

H ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΩΝ SOCIAL MEDIA2

 Αυτές ήταν οι σκέψεις μου από τις τελευταίες μου αναγνωστικές και συγγραφικές εμπειρίες που απέκτησα κατά τη διάρκεια της καραντίνας Αυτές, αποφάσισα να μοιραστώ με δυο καλούς φίλους, τον Αλέξη Ζήρα, κριτικό λογοτεχνίας με μεγάλη εποπτεία και εμπεριστατωμένη γνώση της λογοτεχνίας, και τον Γιώργο Ιατρίδη, συγγραφέα, αρθρογράφο iatridis.gr | eikonikapragmatikoi.grΤους έθεσα λοιπόν τα παρακάτω ερωτήματα και εδώ είναι οι απαντήσεις τους 1. Δεδομένου ότι οι αναγνώστες σήμερα έχουν εθιστεί στην ταχύτητα της εικόνας και των social media καθώς και στην άμεση απόλαυση που αυτά προσφέρουν και δυσκολεύονται στην ανάγνωση λογοτεχνίας -ας προσθέσουμε επίσης και την πρόσφατη μόδα των διαγωνισμών με διηγήματα -αστραπή που μόλις φτάνουν τις 120 λέξεις- θα ήθελα να μου πείτε αν αυτή η κατάσταση επηρεάζει τον τρόπο που γράφουν οι συγγραφείς σήμερα ώστε να ανταποκριθούν στην βιασύνη και την ανυπομονησία του σημερινού αναγνώστη. Γ.Ι. Ο Χέμινγουεϊ είχε γράψει μια ιστορία με μόνο 6 λέξεις: «For Sale, Baby Shoes, Never Worn». Που σημαίνει: «Πωλούνται μωρουδίστικα υποδήματα που δεν φορέθηκαν ποτέ». Η τέχνη της λογοτεχνίας δεν εξαρτάται ούτε από των αριθμό των λέξεων, ούτε από το μέσο. Ανέκαθεν το πιο σημαντικό ήταν η ουσία, είναι το κάτα πόσο οι λέξεις μπορούν να “αιμορραγούν” συναισθήματα. Πάντως, νομίζω πως οι καλοί συγγραφείς δεν έχουν επηρεαστεί ούτε στο ελάχιστο από τη σημερινή κατάσταση. Αντίθετα, οι κακοί ή οι συγγραφείς που πρώτα γράψανε λογοτεχνία στο κινητό τους και μετά στο χαρτί, έχουν σίγουρα νοτιστεί με μία ψευδή αυτοπεποίθηση. Α.Ζ. Οι αναγνώστες δεν είναι κάτι το συμπαγές και ενιαίο. Ασφαλώς και υπάρχουν οι αναγνώστες fast taste, οι οποίοι και αυξάνονται αλματωδώς, αλλά αμφιβάλλω αν έχουμε φτάσει στο σημείο να τους υπολογίζουμε- να τους υπολογίζουν οι εκδότες δηλαδή- ως παράγοντα της αγοράς της λογοτεχνίας. Θέλω να πω, η εντύπωσή μου είναι ότι αποτελούν ένα είδος δυνάμει αναγνωστών που ίσως πολύ σύντομα να επηρεάσουν την αγορά. Για την ώρα τα μικρά κείμενα, τα ποιήματα, οι μεικτές τεχνικές εικόνας και λόγου, είναι περιορισμένα στο απέραντο λειβάδι του διαδικτύου, παίρνουν και δίνουν σε μια ανταλλακτική πρακτική, όπου ο καθένας των s.m. προτείνει, παρουσιάζει, δείχνει απελπισμένα την παρουσία του, γνωρίζοντας ότι τελικά ελάχιστα από αυτά αγοράζονται! Δεν είναι διατεθειμένοι, οι εν λόγω «αναγνώστες» και «δημιουργοί» (που διαρκώς αλλάζουν ρόλους), να πάρουν μέρος στη διαδικασία της αγοράς. Είναι ανενεργοί, όχι όμως το ίδιο ανενεργοί και για τις δαφημίσεις άλλων προϊόντων που παρεμβάλλονται στη ροή των s.m. Αν είχε η όλη αυτή κατάσταση ένα αντίκρυσμα αγοραίο, αν τα likes και τα λατρευτικά επιφωνήματα (που με κάνουν να γελώ και να διασκεδάζω αφάνταστα), μετατρέπονταν σε χρέωση της κάρτας, ε, τότε είμαι σίγουρος ότι οι εκδότες ήδη θα είχαν στρέψει προς τα εκεί το ενδιαφέρον τους. Θα αγαπούσαν τα λιλιπούτεια αφηγήματα και δεν θα τα περιφρονούσαν, όπως τα περιφρονούν τώρα. Δεν θα επέμεναν εν ολίγοις να βγάζουν ογκώδη μυθιστορήματα, τα οποία σπανίως διατηρούν την προσοχή μας.

Η ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΤΩΝ SOCIAL MEDIA

Δημόσια όλοι λέμε ότι διαβάζουμε βιβλία, στις ιδιωτικές συζητήσεις μας όμως, όλο γκρινιάζουμε πως δεν μπορούμε να συγκεντρωθούμε στην ανάγνωση και συνηθίζουμε να διαβάζουμε ταυτόχρονα πολλά και διαφορετικά βιβλία. Κάνουμε δηλαδή ένα ζάπινγκ βιβλίων, τακτική που αποκτήσαμε από την τηλεόραση, τα χρόνια που είχε ανακαλυφθεί το τηλεκοντρολ. Η επικράτηση της εικόνας στην ενημέρωση, τη διασκέδαση και τις ανθρώπινες σχέσεις μας, έχει επηρεάσει ασυζητητί και τη σχέση μας με την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων. Αυτή η επίδραση έγινε ακόμα εντονότερη με την έλευση των social media που αφενός βασίζονται στην εικόνα, αφετέρου, έχουν τα χαρακτηριστικά της: την συντομία, την γρήγορη απόλαυση και την ταχύτητα. Αν γίναμε λοιπόν ανυπόμονοι μία φορά με την εικόνα, με τα social media γίναμε δέκα.... Η ταχύτητα μετάδοσης του μηνύματος, τα ταυτόχρονα ερεθίσματα από τον ήχο, την εικόνα και τον λόγο μας δινουν μια στιγμιαία αλλά και πολλαπλή απόλαυση, την οποία η πεζογραφία δεν μπορεί να την προσφέρει (όσο η εικόνα )με την ίδια ευκολία και ταχύτητα μέσα στην σύνταξη του λόγου. Ο εθισμένος στην χρήση των social media αναγνώστης είναι ανυπόμονος να φτάσει στο ζούμι, να πάρει την απόλαυση το συντομότερο δυνατό και δεν μπορεί να περιμένει τους ρυθμούς της λογοτεχνικής γραφής. Τα social media τελικά μας κατάντησαν αγύμναστους στην λογοτεχνία. Η μεγαλύτερη προσπάθεια που απαιτεί η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού βιβλίου, προκειμένου να προσφέρει την επικοινωνιακή απόλαυση που μας δίνει το διαδίκτυο, είναι για τον αναγνώστη πια αβαρία. Εδώ όμως θα διαχωρίσω την ποίηση από το μυθιστόρημα. Η ποίηση έχει μεγαλύτερη οικονομία λόγου από ό,τι το μυθιστόρημα και ο πρωταρχικός της στόχος είναι να συγκινήσει. Ο τρόπος της λοιπόν είναι παρόμοιος με αυτόν που χρησιμοποιούν τα social media. Πιθανώς λοιπόν, να έχει περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσει σε αυτό το περιβάλλον. Αναφορικά με το διήγημα, παρατηρήθηκε τα τελευταία χρόνια η τάση για διηγήματα -αστραπή, των 120 λέξεων το πολύ. Αυτού του είδους τα διηγήματα, μπορούν πιο ευκολα να διαβαστούν και να μοιραστούν στα social media. Και το διήγημα λοιπόν πέρασε μία μετάλλαξη. Δεν είμαι όμως σίγουρη αν τα διηγήματα των 120 λέξεων μπορούν να είναι το ίδιο πετυχημένα και στο χαρτί, έξω δηλαδή από την οθόνη. Το μυθιστόρημα - και κυρίως το πολυσέλιδο- που θέλουν οι εκδοτικοί οίκοι- τι τύχη όμως έχει σήμερα υπ' αυτές τις συνθήκες; Οι αναγνώστες θέλουν να το διαβάζουν; μπορούν; ή το κάνουν ψυχαναγκαστικά αφού το αγόρασαν πρέπει να το τελειώσουν; Αλλά και οι συγγραφείς, μπορούν να γράψουν πλέον πολυσέλιδα μυθιστορήματα; Γιατί και οι συγγραφείς παρακολουθώντας τα social media, δεν μπορεί παρά να έχουν αλλάξει και ως αναγνώστες και ως δημιουργοί... Αν μπορούν τελικά να το κάνουν με τι ύφος θα το κάνουν; Μήπως η λογοτεχνική γραφή τους γίνεται βιαστική, πρόχειρη, με αφήγηση παρά με δράση, χωρίς ολοκληρωμενους χαρακτήρες και μόνο συνειρμική; Με αυτόν τον τρόπο κερδίζουν σε ταχύτητα αφήγησης, για να ικανοποιηθούν και οι ίδιοι το συντομότερο! Να απολαύσουν γράφοντας, χωρίς να παιδεύονται με αφηγηματικές συμβάσεις που τις ξεπέρασε η βιασύνη της εποχής. Για να προλάβουν κι εκείνοι την γρήγορη απόλαυση!